Το “Οπωροπωλείον ο Απόλλων” μας βοηθά να κατανοήσουμε το μετακυβιστικό ιδίωμα του Γκίκα. Αν διαβάσουμε προσεκτικά τον πίνακα, θα δούμε ότι απεικονίζει αναγνωρίσιμα αντικείμενα: ένα μαγαζί που η ταμπέλα του δηλώνει το όνομά του. Κάτω από μια λευκή τέντα διακρίνουμε την πρόσοψη και την πόρτα. Μπροστά είναι απλωμένα τα καφάσια, όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε διάφορα λαχανικά και χορταρικά. Τι είναι λοιπόν το καινούριο εδώ; Ότι ο καλλιτέχνης σπάει, διαθλά την επιφάνεια –σαν να βλέπαμε το οπωροπωλείο μέσα σε ένα σπασμένο καθρέφτη– και σε κάθε κομμάτι απεικονίζει, με απλό διακοσμητικό τρόπο, ένα διαφορετικό θέμα. Έτσι η εικόνα μοιάζει με ένα παζλ. Ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας αγαπάει τα ζωηρά χρώματα και τα ποικίλα σχήματα, γι’ αυτό οι πίνακές του μεταδίδουν ένα αίσθημα ζωικής ευφορίας και αισιοδοξίας.

Τα “Λαϊκά παιχνίδια” είναι ένας φόρος τιμής στα απλά, αλλά γεμάτα χάρη και έμπνευση παιχνίδια των παιδιών των λαϊκών τάξεων. Φτιαγμένα από ευτελή υλικά –χαρτί, ξύλο, πηλό– και χρωματισμένα με φαντασία, δεν υστερούσαν σε τίποτε από τα μηχανικά ή πορσελάνινα παιχνίδια των παιδιών των ανώτερων αστικών τάξεων, στις οποίες εντούτοις ανήκε και ο ζωγράφος. Ένα αριθμητήριο, μια ξύλινη κιθάρα κρεμασμένη στον τοίχο, ένα ανθηρό αιγινίτικο λαγήνι, μια μάσκα κομμένη σε χαρτόνι, ένας ακροβάτης που κάνει το ισορροπιστικό του νούμερο ανεβασμένος σε μια πολύχρωμη κολόνα, και άλλα ευτελή αλλά όμορφα αντικείμενα, σκόρπια σε ένα τραπέζι, ιδού ο μαγικός κόσμος ενός Ελληνόπουλου εκείνα τα χρόνια. Όλα αυτά όμως δεν θα έφταναν για να κάνουν έναν πίνακα τόσο γοητευτικό, τόσο ποιητικό! Πώς κατάφερε ο ζωγράφος να δημιουργήσει αυτή τη μαγική ατμόσφαιρα; Χρησιμοποιώντας μια χρωματική ολοφώτεινη γκάμα, χωρίς κιαροσκούρο, δηλαδή χωρίς έντονους σκιοφωτισμούς. Πάνω σε έναν τοίχο χρωματισμένο με έναν τόνο ελαφρού γαλαζοπράσινου τοποθετούνται πολύχρωμα αντικείμενα, που προβάλλουν ανάλαφρες πρασινωπές σκιές. Όλη η σκηνή μοιάζει σαν ένας νοσταλγικός μετεωρισμός, σαν ένα ταξίδι ονείρου στη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας.